σκανδαλίζω

σκανδαλίζω
ΝΜΑ, και σκανταλίζω Ν [σκάνδαλον / σκάνταλο]
βάζω κάποιον σε πειρασμό, διεγείρω σε κάποιον την επιθυμία για κακές ή πονηρές και, κυρίως, για ερωτικές σκέψεις (εἰ δὲ ὁ ὀφθαλμός σου... σκανδαλίζει σε, ἔξελε αὐτόν», ΚΔ)
νεοελλ.
1. προκαλώ την περιέργεια κάποιου
2. γίνομαι αιτία σκανδάλου, δημιουργώ τις προϋποθέσεις για σκάνδαλο
3. προξενώ βλάβη σε κάτι («μού σκανταλίστη το κλουβί και μού 'φυγε τ' αηδόνι», δημ. τραγούδι)
4. ναυτ. τινάζω απότομα την άγκυρα τού πλοίου για να τήν αποσπάσω πιο εύκολα από τον βυθό.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Look at other dictionaries:

  • σκανδαλίζω — cause to stumble pres subj act 1st sg σκανδαλίζω cause to stumble pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκανδαλίζω — και σκανταλίζω, σκανδάλισα και σκαντάλισα βλ. πίν. 33 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • σκανδαλίζω — σκανδάλισα, σκανδαλίστηκα, σκανδαλισμένος 1. βάζω σε πειρασμό κάποιον, του διεγείρω σαρκικές επιθυμίες: Αυτή η γυναίκα τον σκανδάλισε με τα κουνήματά της. 2. προκαλώ την περιέργεια και το ενδιαφέρον κάποιου, ξεσηκώνω: Μη με σκανδαλίζεις, καλά… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σκανδαλίζεσθε — σκανδαλίζω cause to stumble pres imperat mp 2nd pl σκανδαλίζω cause to stumble pres ind mp 2nd pl σκανδαλίζω cause to stumble imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκανδαλίζετε — σκανδαλίζω cause to stumble pres imperat act 2nd pl σκανδαλίζω cause to stumble pres ind act 2nd pl σκανδαλίζω cause to stumble imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκανδαλίζῃ — σκανδαλίζω cause to stumble pres subj mp 2nd sg σκανδαλίζω cause to stumble pres ind mp 2nd sg σκανδαλίζω cause to stumble pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκανδαλίσει — σκανδαλίζω cause to stumble aor subj act 3rd sg (epic) σκανδαλίζω cause to stumble fut ind mid 2nd sg σκανδαλίζω cause to stumble fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκανδαλίσω — σκανδαλίζω cause to stumble aor subj act 1st sg σκανδαλίζω cause to stumble fut ind act 1st sg σκανδαλίζω cause to stumble aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκανδαλίσῃ — σκανδαλίζω cause to stumble aor subj mid 2nd sg σκανδαλίζω cause to stumble aor subj act 3rd sg σκανδαλίζω cause to stumble fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐσκανδαλίσθην — σκανδαλίζω cause to stumble plup ind mp 3rd dual σκανδαλίζω cause to stumble aor ind pass 3rd pl (epic doric aeolic) σκανδαλίζω cause to stumble aor ind pass 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”